Pushed to the limit and back again (disco-flux tv review)

11:11 μμ
Klarina Burana
1 Star2 Stars3 Stars4 Stars5 Stars
Loading ... Loading ...
6
σχόλια

 

 

ΜΕΡΟΣ 1ο (ΤΩΡΑ)

Άρχισα να βλέπω τηλεόραση. Πρέπει κάτι να γράψω για τηλεόραση. Άρχισα να βλέπω τηλεόραση για πρώτη φορά από τη μέρα που γύρισα από το Βερολίνο. Στο βουβό στην αρχή και μετά με λίγα διαλλείματα ήχου, δεν τολμάω ακόμα να αφήσω τον ήχο όλη την ώρα ανοιχτό.  Στο Mega, το απόγευμα είχε «Κλεμμένα Όνειρα». Έπεσα πάνω σε μια σκηνή που η βοηθός του Αλέξανδρου Σταύρου, τον ρωτάει τι θα συμβεί αν αποφασίσει (εκείνη) ότι θέλει να σταματήσει να κάνουν σεξ. Αυτός της απαντάει, ανατρέχοντας στην υποκριτική διδαχή της αρχαίας τραγωδίας από τον Μινωτή «να μην το διανοηθεί και να μην τον δοκιμάζει γιατί θα την τσακίσει» (δηλαδή να μην διανοηθεί να μη  του ξανακάτσει). Πιο αργά το βράδυ, στο «Galileo», που παρουσιάζει πειράματα και συμπεράσματα εκλαϊκευμένης επιστημονικοσύνης, ένας Γερμανός ντυμένος Ινδιάνος (μη με ρωτάς γιατί ο Γερμανός ήταν ντυμένος Ινδιάνος)  μέσα σε ένα στάβλο, προσπαθούσε να πετάξει μια βελόνα πάνω σε ένα τζάμι πίσω από το οποίο βρισκόταν ένα μπαλόνι. Κι υποτίθεται ότι όλο αυτό γινόταν για να δούμε αν η βελόνα θα τρυπούσε το τζάμι και μετά θα έσκαγε το μπαλόνι, αλλά η βελόνα έπεφτε στα άχυρα και ο Λιανός σχολίαζε με την εκνευριστική φωνή του καθυστερημένου που ακόμα δεν έχει πάρει το φάρμακο του, κάνοντας αστειάκια για βελόνες στα άχυρα και Ινδιάνους με γερμανική προφορά. Ενδιάμεσα τα δελτία ειδήσεων ανέλυαν τα νέα μέτρα με τον τρόπο που πρέπει να αναλύει ένας δοσίλογος το κάθε τι: έτσι ώστε να μην καταλάβεις τίποτα και να κρύψει κι αυτός την ξεφτίλα του. Με αυτά τα δύο προηγούμενα, η παρέα του Κανάκη στο «Ράδιο Αρβύλα» μου φάνηκε τουλάχιστον φιλική, είχανε κι ένα δυο βίντεο ευχάριστα μέσα στην εφηβική καφρίλα τους, και γενικά έχω αρχίσει να τους συμπαθώ λίγο πραγματικά. Αργότερα έβαλα να δω το πρώτο επεισόδιο του «Smash του hit τηλεοπτικού μιούζικαλ του Σπίλμπεργκ (που το έχω κατεβάσει σε παράνομο download, ελάτε να μου κάνετε μήνυση). Κι εκεί κάπου ήταν που άρχισε η εσωτερική καύση με αναθυμιάσεις για πολλούς λόγους. Επειδή είδα μια σειρά με τραγούδι και χορό που μου θύμισε παιδικά όνειρα, και φιλοδοξίες και σκηνές από το «Fame μέχρι το «Dreamgirls και βόλτες στο Μανχάταν που θέλω να θυμάμαι. Αργά το βράδυ, έπεσα στο κρεβάτι μου, ανοίγοντας μια ακόμα φορά την τηλεόραση. Ο Αnt1 έπαιζε δύο πράγματα, δε θυμάμαι με ποια σειρά ακριβώς αλλά δεν έχει και νόημα. Το ένα είναι ένα φρικαλέο τηλεπαιχνίδι στο οποίο ένας τύπος που στο μαλλί του λόγω λακ κατοικούν όλα τα τοξικά απόβλητα του πλανήτη, πράγμα που τον επηρεάζει στη γλοιώδη καβλαντέζ συμπεριφορά και γλώσσα του σώματός του, με προσκαλούσε να παίξω με χρέωση τόσα ευρώ το τηλεφωνικό λεπτό προκειμένου να ανακαλύψω μια λέξη σε παζλ αναγραμματισμού. Λίγο πριν ή λίγο μετά, άρχισε η επανάληψη του «Καφέ της Χαράς» με υπότιτλους για τους κωφαλάλους, επειδή έτσι υποχρεώνει η νομοθεσία το κανάλι ή επειδή το κανάλι το κάνει από μόνο του για να αισθάνεται καλά και η Μαρί Κυριακού που συντρέχει τους κατατρεγμένους. Το πρόβλημα είναι πως δεκαπέντε μέρες πριν που έφυγα για το Βερολίνο, τα επεισόδια που έβλεπες τέσσερις η ώρα τα χαράματα με τους υπότιτλους είχαν ήδη φτάσει σχεδόν στο φινάλε, δηλαδή με τη Χαρά να είναι ερωτευμένη με τον Πώποτα, την μια ηρωίδα να έχει πεθάνει, την άλλη να έχει γκαστρωθεί (που ενίοτε είναι το ίδιο σαν να έχεις πεθάνει) κλπ. Το επεισόδιο που είδα χτες, κι ώσπου να το καταλάβω μου πήρε ένα δεκάλεπτο, ξεκινούσε με τη Χαρά και την κόρη της να μπαίνουν στον καφενέ του Φατσέα και να συστήνονται. Από την αρχή. Εντελώς από την αρχή όμως. Δηλαδή για την περίπτωση που δεν κατάλαβες, η σειρά τέλειωσε και την παίζουν ξανά από το επεισόδιο 1 στο καπάκι. Ενώ από το ίδιο κανάλι, στις 4 παρά 10 κάθε μεσημέρι, ξαναπαίζουν «Καφέ της Χαράς», με άλλη σειρά επεισοδίων. Έχω πάρει ήδη δυο Xanax μπας και με πάρει ο ύπνος με όλα αυτά, αλλά δεν με παίρνει, οπότε είμαι και στο κρίσιμο σημείο του να αποφασίσω με τι θα συνδυάσω το ηρεμιστικό. Με βότκα ή ουίσκι. Ευτυχώς μια διαφήμιση αξημέρωτα μου έλυσε το ερώτημα. Ο Τζόνι Γουόκερ, keep walking, το έχει αλλάξει τώρα και το έχει κάνει keep walking Greece με ειδική ιστοσελίδα που ψηφίζεις για να ορθοποδήσει η Ελλάδα. Κολλάει. Πώς περπατάει η Ελλάδα; Με ζαλισμένα οχτάρια. Όπως δηλαδή και αν πιεις «απολαύστε υπεύθυνα» πέντε έξι Τζόνιδες. Βρήκα ένα μπουκάλι, πήρα ακόμα ένα Xanax και το τσάκισα για να μουδιάσω, να μην αισθάνομαι τίποτα, να απολαύσω υπεύθυνα τη χώρα που κληρώθηκα να ζω. Και να μην ανήκω. Άρχισα να μεθάω. Ονειρεύτηκα τότε που ήμουν νέος πολύ. Προσπάθησα να αναπαράγω μια μελωδία στο μυαλό μου να με σώσει, να κρατηθώ από αυτήν. Συνέχεια μου ερχόταν το «Decades» των Joy Division. Kαι οι στίχοι του.

«Here are the young men. The weight on their shoulders. Here are the young men. Well, where have they been? We knocked on the door of hell’s darker chamber. Pushed to the limit we dragged ourselves in. Watched from the wings and the scenes were replaying. We saw ourselves now as we never had seen. Portrayal of the trauma and degeneration. The sorrow we suffer and never were free.»

Σηκώθηκα παραπατώντας από τα χάπια και το αλκοόλ από το κρεβάτι μου, (το ότι παραπατούσα το κατάλαβα επειδή άκουσα έντονο νιαουρητό πόνου που σημαίνει ότι πέρασα ακόμα μια φορά τον γατούση Ιούλιο για μοκέτα). Ξέθαψα μια κασέτα, ναι κασέτα ήχου, εύρημα αρχαιολογικό, από μια κούτα με θυμιατά και την έβαλα στο κασετόφωνο που κάποτε ίσως μου έσωσε τη ζωή. Και θυμήθηκα.

ΜΕΡΟΣ 2ο (ΤΟΤΕ)

Είχαμε μόλις φτάσει με το τρένο από το Βουκουρέστι στο Κλουζ Ναπόκα. Ένα ταξίδι μια νύχτα ολόκληρη, στοιβαγμένοι σε ένα άθλιο κουπέ, μια ομάδα επίδοξων φοιτητών από την Ελλάδα.  Είχα προσγειωθεί στο Βουκουρέστι δύο νύχτες πριν, χωρίς να ξέρω τη γλώσσα, χωρίς να ξέρω κανέναν, με λίγα λεφτά που είχε μαζέψει η μάνα μου, συν αυτά που χρειαζόντουσαν για την εγγραφή μου στο πανεπιστήμιο. Δεν θυμάμαι πολλά από το Βουκουρέστι. Μόνο ένα πλήθος ανθρακωρύχων να διαδηλώνει στο δρόμο, κι ένα λεωφορείο που το είχανε καταλάβει οι απεργοί να καρφώνεται στην τζαμαρία της πόρτα του ξενοδοχείου. Περπατούσα ανάμεσα στους απεργούς, παρασυρμένος από την καυλωτική βία της στιγμής, από τα συνθήματα μιας γλώσσας που δεν ήξερα. Ένα χέρι με τράβηξε τελευταία στιγμή από το πλήθος, πιάνοντας με από το σβέρκο και λέγοντας το όνομά μου. Ο αδελφός μιας παιδικής μου φίλης, που με γνώρισε και μου πρόσφερε στέγη για το βράδυ. Την επόμενη μέρα στο κέντρο παρουσίασης των «νεοσύλλεκτων» φοιτητών, μου ανακοίνωσαν ότι δεν υπάρχει θέση στην πρωτεύουσα και ότι πρέπει να διαλέξω πανεπιστήμιο σε μια άλλη πόλη. Βρέθηκα με μια παρέα Ελλήνων, θα πήγαιναν στο Κλουζ, τους συμπάθησα, μπορεί και να μου άρεσε ένας από αυτούς, δήλωσα κι εγώ το Κλουζ. Στο τρένο το βράδυ παίξαμε «θάρρος ή αλήθεια» για να περάσει η ώρα. Το προκάλεσα, το παραδέχομαι. Για να έρθει η μπάλα στην ερώτηση «ποια ήταν η πρώτη σου σεξουαλική εμπειρία». Ο ένας είπε για την Κατερίνα  την εύκολη του σχολείου, ο άλλος είπε για την Ντέζι που θα τον περιμένει να γυρίσει πίσω. Εγώ είπα για τον Γιώργο που γνώρισα ένα βράδυ στο Πεδίο του Άρεως στα 16 μου. Το πρωί μόλις φτάσαμε, με άφησαν να φιλάω τις βαλίτσες στο σταθμό, μέχρι να πάνε στην πόλη να βρούνε σπίτια για να νοικιάσουμε. Όταν γύρισαν, μου ανακοίνωσαν πως κανόνισαν να συγκατοικήσουν σε δύο σπίτια, και δεν βρήκαν κάτι για μένα. Έμεινα μόνος. Βγήκα από το σταθμό, και μπήκα στο πρώτο ξενοδοχείο που βρήκα μπροστά μου. Επαρχιακό ρουμάνικο ξενοδοχείο δίπλα στο σταθμό, αποκλειστικά για πουτάνες και άκληρους. Μέσα στο δωμάτιο μου, ο τοίχος είχε ένα καρφί. Ένα κρεβάτι, έναν νιπτήρα κι ένα καρφί. Κοίταξα το καρφί με σεβασμό σχεδόν χριστιανικό. Από τα διπλανά δωμάτια ακουγότανε πληρωμένο σεξ. Πήγα στο κοινόχρηστο μπάνιο, έσπρωξα χωρίς να το σκεφτώ την πόρτα. Μια γυναίκα είχε σηκωμένη τη φούστα της και πλενόταν στο νεροχύτη. Κάτι μου είπε στα ρουμάνικα. Κάτι όχι πολύ ευγενικό. Επέστρεψα στο δωμάτιό μου, άνοιξα τη βαλίτσα μου, κι έβγαλα ένα  κασετόφωνο που μου είχε κάνει δώρο η μάνα μου και το κουβαλούσα από την Ελλάδα, με ευλαβικές κινήσεις, σαν να άνοιγα χριστουγεννιάτικο δώρο. Έβαλα μέσα μια κασέτα και πάτησα το play. Στάθηκα απέναντι από το καρφί, το δάχτυλο μου κολλημένο στο play και τα μάτια μου να υπολογίζουν την απόσταση που μεσολαβούσε ανάμεσα στο μέτωπό μου και το καρφί. Το κασετόφωνο έπαιζε το «Decades» των Joy Division. Όποτε το τραγούδι τέλειωνε, με μια μηχανική κίνηση, πατούσα το rewind και ξανά το play. Όλο το βράδυ. Με τα μάτια μου να μην ξεκολλάνε ούτε στιγμή από το καρφί. Σιγά σιγά η μουσική του τραγουδιού έγινε ένα με τους ήχους από τα διπλανά δωμάτια και τα βήματα στη σκάλα σταμάτησαν να κρύβουν απειλή. Απλώς υπήρχαν. Ήρθε το πρωί. Πάτησα το stop. Ξεκόλλησα τα μάτια μου από το καρφί, έβαλα την κασέτα στην κωλότσεπη (αν ήταν κινητό θα το είχα στη δόνηση) και έφτιαξα τις βαλίτσες μου. Πριν ανοίξω την πόρτα, έπεσα στο πάτωμα, κουλουριάστηκα σε εμβρυακή στάση και ξέσπασα σε λυγμούς με τόση βία που ένιωσα ότι το σώμα μου πάει να σπάσει. Δεν ξέρω αν έκλαιγα για ότι ένιωσα εκείνο το βράδυ, ή για το πόσο φοβήθηκα, για το πόσο ντράπηκα, για το ότι θα έκανα ότι περνούσε από το χέρι μου για να μη θελήσω να ανήκω ποτέ ξανά πουθενά ή επειδή απλά ήξερα ότι πια τίποτα δεν πρόκειται να με σκοτώσει,  Άνοιξα την πόρτα του δωματίου και βγήκα στο δρόμο για να βρω να νοικιάσω ένα σπίτι.

ΜΕΡΟΣ 3ο (ΜΕΤΑ)

Έκλεισα την τηλεόραση, ζήτησα και συγγνώμη από τον Ιούλιο που τον πάτησα. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, μπήκα στο fb, να κάνω post το «Decades» σε έναν φίλο στη Νέα Υόρκη που τον σκέφτομαι συχνά. Τελευταία στιγμή φοβήθηκα να του το χαρίσω. Διάλεξα κάτι άλλο, ανώδυνο και sappy κομψευόμενο, σαν αυτές τις ιλουστρέ ηχητικές μαλακιούλες επιτηδευμένης αβαγκαρντοσύνης που επιλέγει ο Παπακαλιάτης για soundtrack στα σίριαλ του. Ο φίλος με έβρισε ευγενικά. Κοιμήθηκα με χαμόγελο. Αν δεν το έκανε, θα τον ονειρευόμουνα με τσάι και μπισκότα κι αυτό δε θα ήταν καλό. Τον ονειρεύτηκα να μου χαμογελάει πίσω από μια φλεγόμενη τηλεόραση, να μου έχει αφήσει ένα μικρό τσεκούρι στα πόδια του κρεβατιού μου, με κόκκινα αιμάτινα αστεράκια ζωγραφισμένα πάνω στην κόψη του και μπλε λαβή. Ανυπόμονος να τον πλησιάσω, πήρα το τσεκούρι και άρχισα να σπάω τη φλεγόμενη τηλεόραση με μανία. Πάτησα πάνω στα γυαλιά (την άλλη μέρα που του είπα το όνειρο μου με χαρακτήρισε πελματολάγνο) και του έπιασα τα χέρια. Ή μου τα έπιασε εκείνος, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι η τηλεόραση είχε σπάσει, με τα κομμάτια από τα γυαλιά της φτιάξαμε μια ντισκομπάλα, την κρεμάσαμε, και χορέψαμε μέχρι το πρωί. Την επόμενη ξεκίνησα γυμναστήριο. Του το είχα υποσχεθεί. 

6 Σχόλια

  1. Ο/Η eva είπε στις:

    love,love,love και love κάργα όμως!

    • Ο/Η Τάσος Θεοδωρόπουλος είπε στις:

      και σεξ καθ’ όλου;

  2. Ο/Η dimitris είπε στις:

    μπραβο τασο,χαρα στο κουραγιο σου που απληρωτος και εχεις ορεξη να γραφεις ξερωντας οτι φραγκα δεν θα παρεις..τι να πω θελει αποθεματα ναν καλα τα ζαναξ και η βοτκα υποθετω..τρομερο αρθρο..αλληγορικο σαν ταινια του alejandro gonzalez iniaritu…amorres perros φιλε μου..

    • Ο/Η Τάσος Θεοδωρόπουλος είπε στις:

      κατάλαβα τι υπονοείς με ευγενικό τρόπο. Ότι αυτό δεν ήταν άρθρο. Ήταν η «Βαβέλ».

  3. Ο/Η giorgos είπε στις:

    Είσαι ό,τι καλύτερο σε αυτόν τον γαμημένο από όλες τις πάντες τομέα.

    Γιώργος Χρυσοβιτσάνος (πρώην συνάδελφος, από τότε που μπουσούλαγες)

    • Ο/Η Τάσος Θεοδωρόπουλος είπε στις:

      Eίναι χοντρά ασύνδετο να σου πω τι σημαίνει για μένα το μήνυμά σου. Ειδικά από τι στιγμή που στην πιάτσα δεν θεωρούμαι ο πιο ευγενικός άνθρωπος του κόσμου. Με φέρνεις αντιμέτωπο με δύο πράγματα, με τα οποία είμαι σίγουρος ότι είσαι κι εσύ σε συνεχή μάχη: 1) Το ξεπούλημά μου 2) Τα πολύτιμά μου. Οφείλω να πω επίσης τα εξής: α) Σ’ ευχαριστώ. Ειλικρινά και πολύ. Με πετυχαίνεις σε μια αγριεμένη φάση της ιστορίας μου και μου έκανες καλό. β) Δε θα σου ζητήσω συγγνώμη για τα αρνητικά σχόλια που μπορεί να έχω γράψει για δουλειές σου για ένα λόγο. ‘Εχω γράψει πολύ χειρότερα πράγματα για να ζήσω (ας μην ξεχνάμε τα τραγούδια Ρούλας στο Bravo). γ) Θα σου ζητήσω συγγνώμη παρ’ όλα αυτά για την έπαρσή μου. ε) Να μου εύχεσαι σε παρακαλώ να μπουσουλάω πάντα. Είναι το μόνο που μπορεί να με σώσει. στ) με το μήνυμα σου μου έκανες ένα καλό κι ένα κακό Γιώργο. Μου θύμισες ότι πρέπει να ενηλικωθώ. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω. Αλλά ειλικρινά σε παρακαλώ με ότι απόθεμα ευγένειας κουβαλάς, να μου το ευχηθείς. Κι εγώ απόψε θα ευχηθώ για σένα όμορφα πράγματα. Ο μελλοντικός σου φίλος ελπίζω, Τάσος.

Υποβολή νέου σχολίου




 

open

Close